1532158_10152120165919786_5082543693174103350_n

Αυτό που βλέπετε στη φωτογραφία, είναι αυτό, ακριβώς, που υποψιάζεστε. Ναι, είναι όντως αυτές. Αυτές που ο Όμηρος, στην ραψωδία Π της Ιλιάδας ονομάζει “τήθεα”*  τα οποία οι μεταφραστές της Ιλιάδας απέδωσαν κατά παράδοση ως στρείδια εξ αιτίας της ασάφειας των αρχαίων σχολιαστών των ομηρικών επών που μιλησαν απλώς “για ένα από τα θαλάσσια οστακόδερμα”. Με βάση την περιγραφή του Αριστοτέλη όμως στο “Περί ζωων ιστορίαι” έχουμε ταυτίσει με ασφάλεια το τήθεον με τη φούσκα της θάλασσας, αυτό τον hardcore ψαρομεζέ, αγαπητό στους ενήλικες και πολύ περπατημένους ουρανίσκους.

Έχουμε και μια αρχαία συνταγή του Ξενοκράτη του γιατρού όχι του πλατωνικού φιλοσόφου γιατί ο φιλόσοφος, έτσι πουριτανός που ήταν δεν θα τις έβαζε καν στο στόμα από φόβο μιας και λέγεται πως είναι εξαιρετικά αφροδισιακές. Ο Ξενοκράτης ο γιατρός λοιπόν που το χωριό του το έλεγαν Αφροδισιάδα (χεχε) θέλει τις φούσκες να σερβίρονται με μια σάλτσα από σίλφιο, απήγανο, άλμη και ξύδι ή με φρέσκια μέντα σε ξίδι και γλυκό κρασί. Ο Αθήναιος (όχι εγώ καλέ, ο αληθινός!) μας πληροφορεί ότι οι καλύτερες φούσκες ήταν αυτές που μάζευε κανείς στις ακτές του Βοσπόρου και ιδιαίτερα στη Χαλκηδόνα, απέναντι από το Βυζάντιο όπως λεγόταν τότε το αρχαίο λιμάνι.

Πάντως οι Γάλλοι λένε τις φούσκες σύκα της θάλασσας, στη χώρα των Βασκων αν ακούσεις για πατάτες της θάλασσας στις φούσκες αναφέρονται κι αυτοί αλλά μην περιμένεις να σου δώσουν! Είπαμε, είναι κέρασμα από μυημένους για μυημένους.

Γράφτηκε το καλοκαίρι του 2014 στο εστιατόριο Τραβόλτα στο Περιστέρι.

  • Τήθεα” είναι οι φούσκες στον πληθυντικό, όπως παραδίδονται στο ομηρικό κείμενο. Η λέξη είναι τήθυον. Ο Όμηρος το χρησιμοποιεί σε μια από τις διάσημες παρομοιώσεις του: η Π είναι η λεγόμενη “πατρόκλεια ραψωδία” όταν ο Πάτροκλος πείθει τον Αχιλλέα να του δώσει την πανοπλία του, να ορμήσει εκείνος στη μάχη και να σκοτωθεί, τελικά, με άγριο τρόπο από τον Έκτορα. Είμαστε στη στιγμή που ο Πάτροκλος παρασυρμένος παρακούει τη συμβουλή του Αχιλλέα και φτάνει μέχρι τις Σκαιές Πύλες του κάστρου της Τροίας. Βλέπει να τον πλησιάζει το άρμα του Έκτορα και παίρνει στο ένα χέρι μια πέτρα και στο άλλο ένα δόρυ και με την πέτρα στοχεύει τον Έκτορα. Όμως χτυπάει τον ηνίοχό του στο κεφάλι που πέφτει στο έδαφος. Τότε λέει περιπαικτικά: “Κοίτα πόσο ελαφρύς είναι και πόσο εύκολα βουτάει! Αν τύχαινε, εκείνος θα βουτούσε μέσα στην ιχθυόεσσα θάλασσα για να βγάλει φούσκες και να χορτάσει πολλούς”. Τι παρομοίωση! Λίγα λεπτά αργότερα ο ίδιος θα πέσει νεκρός. Ρησπέκτ στις φούσκες μονο και μόνο γιαυτή την αρχαιότατη αναφορά σε κείμενο.
Advertisements

epikouros

 

Το Σάββατο 12 Απριλίου 2014  απεβίωσε ο καθηγητής Οικονομικών Αλμπέρτο Αρούχ, πασίγνωστος και πολύ αγαπητός στο ευρύ κοινό με το ψευδώνυμο “Επίκουρος” με το οποίο υπέγραφε άρθρα για τη γαστρονομία και κριτικές εστιατορίων.

Ο Επίκουρος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από σεφαραδίτικη οικογένεια και η εβραϊκή του ταυτότητα λειτούργησε και γι αυτόν περισσότερο ως τεκμήριο κοσμοπολιτισμού παρά ως αίσθηση του “ανήκειν” σε μια ομάδα και η αντίληψη της γενέθλιας πόλης του ως πολιτισμικού παλίμψηστου πέρασε ατόφια στα γαστρονομικά του κείμενα, κάποια από τα οποία φλέρταραν έντονα με τη φιλοσοφία. Ποιος θα ξεχάσει τα κείμενά΄του στο περιοδικό φιλοσοφίας Cogito;

Με τον Αλμπέρτο ήρθαμε πιο κοντά όταν έγραφε το βιβλίο “Γεύση από τη Σεφαραδίτικη Θεσσαλονίκη” κι ενώ πιστεύω ότι τον εκνεύριζε το αρχοντορεμπέτικο και περιπαθές ύφος της γαστρονομικής μου περσόνας, δήλωνε εκτιμούσε το φιλοσοφικό συμφραζόμενο και με ενθάρρυνε να γράφω για την ιστορία της γαστρονομίας ως πολιτιστικό φαινόμενο. Τα τελευταία δυο χρόνια μάλιστα του χρωστάω ότι είδε προσεκτικά και έκανε παρατηρήσεις σε όσα brief στρατηγικής για το story telling προϊόντων συνέταξα στο πλαίσιο της δουλειάς μου κι αυτό το έκανε με γενναιοδωρία, σε μια χώρα που κυριαρχεί η κακία και το κουτσομπολιό. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Ο Επίκουρος αφιερώθηκε με πάθος στη περί τη γαστρονομία συγγραφή και πριν από δύο χρόνια τάραξε τα νερά με το βιβλίο του “Νέα Ελληνική Κουζίνα” (Ίκαρος). Αρκετοί διαφώνησαν (σ’αυτούς ανήκω κι εγώ) με την προσέγγιση αλλά όλοι το συζητήσαμε με πάθος και σοβαρότητα. Το βιβλίο έγινε και μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Στο αρχείο που συνδέω ακούτε μια συζήτηση που κάναμε μαζί για το θέμα στον Amagi. Είναι μία από τις τρεις πιο ενδιαφέρουσες και καλύτερες εκπομπές που έχω κάνει στο ραδιόφωνο και αφορά την περίφημη ελληνικότητα των προϊόντων και της ελληνικής κουζίνας. Σ’αυτή μας τη συζήτηση διακρίνεται η ευρυμάθειά του και το βάθος της σκέψης του. Αυτές τις μέρες ετοιμαζόταν το νέο του βιβλίο. Οι εκδότες του με πληροφόρησαν ότι πρόλαβαν και έφτιαξαν ένα αντίτυπο και το έστειλαν στο νοσοκομείο για να το δει. Θα έφυγε χαρούμενος ως προς αυτό γιατί πρόκειται για την αυτοβιογραφία του.

Απόψε είναι η πρώτη βραδιά του εβραϊκού Πάσχα. Τα τελευταία χρόνια ο Αλμπέρτο μαγείρευε το βαριά συμβολοποιημένο τραπέζι του Πεσάχ, το seder εδώ στη γειτονιά μας στην Αγία Παρασκευή αφού πρώτα έπαιρνε ένα τηλέφωνο όλους μας να συζητήσει για τις συνταγές. Δεν ξέρω γιατί το έκανε αυτό δεδομένου ότι εκείνος είχε γράψει ολόκληρο βιβλίο για το θέμα. Νομίζω ήταν μια αναπαράσταση της εβραϊκής γειτονιάς του στη Θεσσαλονίκη. Απόψε λοιπόν κι εγώ θα καθίσω shiva στη μνήμη του αλλά όρθια, στον πάγκο της κουζίνας μου φτιάχνοντας το αγαπημένο του, μπελαλίδικο γλυκό για το Πάσχα το sharope, είναι αυτό που γνωρίζετε ως βανίλια υποβρύχιο. Δεν είναι δύσκολο αλλα θέλει περισσή τέχνη και δύναμη και στο τέλος και ζύμωμα. Με το ζύμωμα κλαις καλύτερα τους πεθαμένους, σου ξεκλειδώνει την καρδιά και τρέχουν τα δάκρυα του αποχαιρετισμού.

Αντίο Αλμπέρτο. Θα μας λείψεις.

Το δημοσίευσα στη σελίδα μου στο fb. Η φωτογραφία από εδώ.

 

Image

Σύμφωνοι! Οι γενικεύσεις και οι ανεκδοτολογικές μαρτυρίες συνιστούν λογικά σφάλματα όμως εγώ θα επιμείνω: όπως η Αγάπη συνδυάζεται και εορτάζεται μαζί με την Πίστη, την Ελπίδα και τη Σοφία, έτσι και η Μαγειρική δεν στέκει μόνη, έχει παρέα τη Φιλοζωία και τη Φιλανθία. Φίλανθος, φιλόζωος, γκουρμές.

Τον έχετε δει να μαγειρεύει εκστατικός και αφού βάλει το φαγητό στο φούρνο, να βγαίνει στη βεράντα φορώντας ακόμα την ποδίτσα του για να φροντίσει τα λουλούδια του, να τους γλυκομιλήσει, να τα χαϊδέψει (πιστέψτε με, τα λουλούδια ανταποκρίνονται στα γλυκόλογα και στα χάδια) και βέβαια να τα φτύσει για να μην τα πιάσει το ζηλιάρικο μάτι κι όλα αυτά ακολουθούμενος από το πιστό του σκυλί που βέβαια, δεν είναι ένα τυχαίο σκυλί αλλά ένα γκουρμεδόσκυλο. 

Πολλές φορές έχω σκεφτεί πως θα μπορούσα να γράψω ένα δεκάτομο έργο αφηγούμενος ιστορίες που αφορούν στο φαγητό και τα σκυλιά μου. Τον “μακαρίτη” τον Ταρζάν που ήταν το πιο σοφιστικέ γκουρμεδόσκυλο που έχω γνωρίσει ποτέ μου και το τωρινό μου σκυλί, την αγαπημένη μου Νταίζη και βάζω στοίχημα πως δεν είμαι ο μόνος που μπορώ να επιδοθώ σε κάτι τέτοιο. Όλοι οι καλοφαγάδες φίλοι που διόλου τυχαία είναι και ιδιοκτήτες σκύλων – δεν χάνουν ευκαιρία να διηγηθούν όλο καμάρι πως ο σκύλος τους απέρριψε  το τάδε φαγητό που είχαν μαγειρέψει προχθές, πώς επιδοκίμασε το δείνα μεζέ που δοκίμασε χθες, πώς πιστεύουν ότι θα αντιδράσει όταν δοκιμάσει το κοκκινιστό που έχουν σκοπό να μαγειρέψουν αύριο. Όμως, έχω στη διάθεσή μου μόλις 500 λέξεις και σκέφτομαι να μην επιχειρήσω καν να αφηγηθώ το γέλιο που ρίχνω καθώς η Νταίζη αρχίζει να χοροπηδάει πασιχαρής όταν με βλέπει να ανεβάζω στον πάγκο το μίξερ γιατί γνωρίζει εκ πείρας ότι θα επακολουθήσει σοβαρή γκουρμεδοκατάσταση· πώς έρχεται κάθε τόσο από την κουζίνα που κάθεται και το περιμένει,  να με ειδοποιήσει με κοφτά, χαρούμενα γαυγίσματα ότι το ψωμί που ψήνω έχει αρχίσει να μυρίζει· το πώς τρελαίνεται για λάχανο, καρότο και σκόρδο και για την ιστορική ημέρα που έφτυσε στα πλακάκια, σοκαρισμένη, άγευστες, διαιτητικές ίνες τύπου bran κάνοντάς με να αισθανθώ παρήφανος για το γούστο της.

Λένε πως αγαπούν τα σκυλιά όσοι κολακεύονται από τη υποταγή που δείχνουν αυτά προς τα αφεντικά τους. Ουδέν ψευδέστερον, τουλάχιστον για τους μάγειρες. Απλά, στα σκυλιά διακρίνουμε το είδος της αφοσίωσης και της αγάπης που νιώθουμε για όλους όσους θα καταναλώσουν ό,τι θα μαγειρέψουμε, όλα αυτά που δεν είναι σκέτο φαγητό αλλά κομμάτια του εαυτού μας: της καρδιάς μας, της ψυχής μας. Το πλάσμα που στέκεται δίπλα μας και κουνάει την ουρά καθώς μαγειρεύουμε δεν διαισθάνεται απλώς: ξέρει ότι δεν είναι μάρτυρας μιας απλής διαδικασίας αλλά ενός δρώμενου κι ότι η έπαρση του μάγειρα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πόζα στην προσπάθειά του να κρύψει τη μεγάλη αλήθεια που του προκαλεί αμηχανία: η μαγειρική είναι οι άλλοι.

Όσην ώρα γράφω η Νταίζη (the dog) κάθεται στα πόδια μου: “Το ξέρεις ότι γράφω για σένα;” τη ρωτάω κι αμέσως ακούω το χτύπημα της ουράς στο πάτωμα. Και βέβαια το ξέρει. Τα γκουρμεδόσκυλα ξέρουν τα πάντα ή τουλάχιστον όσα είναι σημαντικά για ένα σπίτι αφού όλα τα άλλα, όπως θα έλεγε και ο Βερλαίν, είναι απλώς φιλολογία…

Δημοσιεύθηκε στον “Γαστρονόμο” της Καθημερινής τον Μάρτιο του 2009

Εικονογράφηση: Μανώλης  Ζαχαριουδάκης

 

Image

 

Είναι ασφαλές να υποθέσουμε πως ήταν ένα καλοκαιρινό μεσημέρι σαν και το σημερινό, η Βίβλος μας λέει ότι η άμμος έκαιγε. Δεν παίρνω όρκο για το αν οι Κέλτες είχαν ήδη αποβιβαστεί στη Βρετανία όμως είναι βέβαιο ότι οι αγγειοπλάστες στα εργαστήρια περί την Αρχαία Αγορά της Αθήνας είχαν ήδη πιάσει τον διαβήτη και ζωγράφιζαν αγγεία σαν κι αυτό. Μιλάμε δηλαδή για την περίοδο μεταξύ 880- 850 π.χ 

Ο Ηλίας (που αργότερα θα αναδειχτεί ίσως ο σημαντικότερος από τους Εβραίους Προφήτες) είχε ήδη εξελιχθεί σε μέγας ακτιβιστής, τον λες και τρομοκράτη, του Ιουδαϊσμού και μάλιστα της φράξιας εκείνης που πίστευε στον ένα Θεό, τον Γιαχβέ, τις εντολές του οποίου μεταβίβασε στον Ισραήλ ο Μωυσής. Μας το μαρτυρεί, άλλως τε, και το όνομά του: Ελιγιαχού, ο γιός του Γιαχβέ. Εκείνη την περίοδο λοιπόν, βασίλευε ο Αχαάβ αλλά στην πραγματικότητα η συζυγός του η Ιεζάβελ που τον είχε του χεριού της και τον έβαλε να χτίσει μέχρι κι ναούς του Βαάλ. 

Απέναντι στην εξουσία του Αχαάβ και της Ιεζάβελ είναι που ο Ηλίας οργάνωσε το αντάρτικο και σύντομα έβγαλε το όνομα πολύ γενναίου και αδίστακτου απέναντι στους διώκτες του Γιαχβέ. Μέχρι που είχε την ιδέα να σκοτώσει όλους τους ιερείς του Βαάλ… Και δεν είναι ότι σταμάτησε εκεί, όχι! Θέλησε να το ανακοινώσει ο ίδιος στη Βασίλισσα Ιεζάβελ κι εκεί, βρήκε το μάστορά του. Η Βίβλος αναφέρει ότι του πέταξε μόνο μια κουβέντα, κάτι σαν “Θα σου πιώ το αίμα, μαλάκα”, εντάξει, λίγο πιο κομψά από αυτό αλλά το είπε τόσο πειστικά και ήταν τόσο τρομακτική που εκεί που ο Ηλίας είχε πάει να το παίξει μάγκας με τα αουϊλίκια του και τα όλα του, κομπλέ, όταν είδε τον θυμό στα μάτια της τρόμαξε τόσο πολύ που άρχισε να τρέχει ξυπόλυτος στην καυτή άμμο για σαράντα ημέρες, καλύπτοντας την τεράστια απόσταση από το Κάρμηλο Όρος μέχρι το Όρος Χωρήβ στο Σινά (θυμίζω: εκεί που ο Μωϋσής παρέλαβε τις Δέκα Εντολές) όπου και κρύφτηκε τρέμοντας σε μια σπηλιά.

Τώρα, για να σας πω την αλήθεια, δεν ξέρω αν αυτός είναι ο λόγος που ανάμεσα σ’αυτά για τα οποία λατρεύεται ο Προφήτης Ηλίας είναι και η παντελής αποχή από τη συνεύρεση με τις γυναίκες. Δεν μπορω να το ξέρω αυτό, ο μάγειρας! Πάντως, έτσι έχουν τα πράγματα. Μπροστά στην Ιεζάβελ ο ατρόμητος αντάρτης Ηλίας το βαλε στα πόδια.

Με τον πιο ενδιαφέροντα τρόπο, όπως δηλαδή συμβαίνει σ’αυτές τις αρχαίες και εν πολλοίς εξωφρενικές ιστορίες, το βιβλικό αυτό επεισόδιο για τους μελετητές της Βίβλου συνδυάζεται κατεξοχήν με την τροφή. Είναι κάπως λογικό αν σκεφτεί κανείς πως την εποχή που Βαάλ δείχνει να επικρατεί στον λαό του Ισραήλ που αποδεχόμενός τη λατρεία του, βυθίζεται στην απόλυτη αμαρτία, πέφτει στον τόπο τεράστια ξηρασία που οδηγεί σε μεγάλο λιμό. Ο Βαάλ που υποτίθεται θα προσέφερε στο λαό του κάθε δυνατή απόλαυση σε σάρκα και φαγητό, φέρνει την καταστροφή. Μόνη εξαίρεση, ο αντάρτης Ηλίας ο οποίος φαίνεται να τρέφεται κανονικά με επέμβαση του Γιαχβέ και με τη βοήθεια διαφόρων πουλιών, βασικώς  κοράκια, που του φέρνουν διαρκώς τροφή και τον κρατούν ζωντανό. 

Η υπόσχεση για κάθε σαρκική απόλαυση που συμβολίζει η Ιεζάβελ δεν μπορεί να εκπληρωθεί αφού η πίστη σ’αυτήν φέρνει τον λιμό. Αντίθετα, φαίνεται πως επιβιώνει ο πιστός στον μονοθεϊσμό και σεξουαλικά εγκρατής Ηλίας. 

Η συνέχεια της ιστορίας προφανώς δεν είναι καλή για την Ιεζάβελ η οποία έχει ένα φρικτό τέλος όμως στοιχειώνει τα αμαρτωλά όνειρα όλων των πιστών, Εβραίων αλλά και των Χριστιανών που ακολούθησαν. Αναδεικνύεται σε μια από τις αρχετυπικές γυναικείες μορφές που όλοι οι συντηρητικοί στους αιώνες και ανά την υφήλιο λατρεύουν να μισούν: η γυναίκα ελευθερίων ηθών που δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο από πόρνη. 

Πριν από χρόνια λοιπόν όταν ανακάλυψα ότι στον αμερικανικό νότο έφτιαχναν μια καυτερή σάλτσα που είχε το όνομά της, δεν εξεπλάγην ιδιαιτέρως. Περισσότερο δεν μου έκανε εντύπωση το ότι ερωτεύτηκα τη σάλτσα με το που διάβασα τη συνταγή: λίγο ότι έφερνε σε τσάτνει, λίγο το όνομά της, λίγο ότι συνοδεύει τέλεια μπάρμπεκιου το οποίο λατρεύω, ειδικά τώρα το καλοκαίρι και η σάλτσα της Ιεζάβελ βρήκε τη θέση της στην κουζίνα μου. 

Σήμερα 20 Ιουλίου του αγαπημένου Προφήτη Ηλία που η μορφή του επιβίωσε σε πολλές και διαφορετικές θρησκείες είναι καλή ευκαιρία να τη φτιάξω.

*Στη φωτογραφία η Μπέτυ Ντέιβις στο κλασικό “Jezebel”.

 

*H σάλτσα της Ιεζάβελ*

Παραδοσιακή συνταγή του αμερικανικού νότου.

1 κονσέρβα ανανά.

1/2 δοσομετρικό φλιζτάνι horseradish 

2 φλυτζάνια ψιλοκομμένο μήλο (ή 1 φλιτζ. Applesauce- οι διαβητικοί ξέρετε τί είναι)

3 κουταλιές σκόνη μουστάρδας.

2 κουταλάκια χοντροτριμμένοι κόκοι μαύρου πιπεριού.

 

Κόβουμε τον ανανά σε μικρούς κύβους και στη συνέχεια τον ανακατεύουμε με τα υπόλοιπα υλικά. Αφήνουμε τη σάλτσα στο ψυγείο για μερικές ώρες και τη σερβίρουμε με ψητό κρέας ή λιπαρά τυριά. 

 

 

Read the rest of this entry »

HermesOrpheus

Αν ο θάνατος αφορά αυτούς που μένουν, τότε πρέπει να παραδεχτούμε πως η απώλεια είναι μια πολύ βολική κατάσταση. Είναι σαν εκείνα τα ντουλάπια των γερμανικών παραμυθιών το μέγεθος  των οποίων αυξομειώνεται ανάλογα με τις βαθύτερες επιθυμίες και τις ανάγκες των κατόχων τους. Χωράνε τα πάντα και την ίδια στιγμή από μέσα τους, μπορείς ν’ανασύρεις κάθε λογής κουστούμι για να μασκαρέψεις τα αισθήματα της στιγμής. Όσα κάνεις μπορείς να τ’αποδώσεις στην απώλεια, το ίδιο κι αυτά που δεν κάνεις. Κυρίως αυτά. Μπορείς κάλλιστα να μην ξαναγαπήσεις ποτέ, να μην δείξεις αδυναμία ξανά, να ισχυριστείς πως όλα σου τα αισθήματα βρίσκονται κι αυτά θαμμένα για να τυλίγουν ως σάββανο τον απωλεσθέντα. Και όλα αυτά θα τα κάνεις με το χριστεπώνυμο και εθισμένο στην ορθοδοξη χαρμολύπη πλήθος να σε θαυμάζει και να βαφτίζει την προσκόλληση στην απώλεια, μέτρο της αλήθειας όλων των αισθημάτων σου έκτοτε.

Έχω υπάρξει μέγας μάγιστρος στη διαχείριση της απώλειας. Μέχρι κι εκείνο το παπαγαλάκι που είχα για ένα φεγγάρι “κανιβάλισα” μόλις ψόφησε, όταν ενδύθηκα τελετουργικά το πτώμα του για να βυθιστώ την υπαρξιακή μου δυστυχία για καμια βδομάδα. Άλλοι το κάνουν για να προσελκύσουν τις “παρηγορήτρες” όμως όχι εγώ. Η κατάδυση στη μνήμη όσων έφυγαν ήταν πάντα ατομική μου υπόθεση, το δικό μου  ναρκωτικό, το δικό μου τριπάκι για να απομονωθώ από το παρόν, ντάγκλα σωστή. Ήμουν τυχερός, ωστόσο γιατί όλες οι φιλίες και οι σημαντικές σχέσεις μου με τους ανθρώπους εκτυλίχθηκαν βασικώς γύρω από ένα τραπέζι που γέμιζε μόνο προσχηματικά για ν’ανατροφοδοτήσει συζητήσεις, για να παρατείνει συνομιλίες. Το “Κάτσε να φέρω κάτι ακόμα από το ψυγείο” στην πραγματικότητα σήμαινε “Να καθίσουμε να μιλήσουμε λίγο ακόμα”. Τα πιάτα που λένε ότι τα μαγείρευα καλά, δολώματα για το τραπέζι ήταν κι ας πίστευαν άλλα για τις προθέσεις μου αυτοί που τα έτρωγαν.

Όμως, μόλις ήρθαν οι απώλειες οι βαριές, αυτές των αγαπημένων συνομιλητών, όλα άλλαξαν. Δύσκολο να μετατρέψεις σε θεατρικό κουστούμι τη μνήμη αυτών που η φωνή τους ηχούσε ακόμα στ’αυτιά σου, αυτών που γέλαγες ακόμα μόνος με τ’αστεία τους, κάθε που τα θυμόσουν. Και είναι οι κατσαρόλες που δεν επέτρεψαν τη μετατροπή της απώλειας των σημαντικών σε μελόδραμα. Μου είναι αδύνατον να μαγειρέψω το οποιοδήποτε φαγητό χωρίς να δω  ν’αναδύεται από τους αχνούς της κατσαρόλας το πρόσωπο για το οποίο το μαγείρευα, χωρίς να θυμηθώ μια χαρακτηριστική φράση που επαναλάμβανε, τον ήχο της φωνής του. Αυτός είναι και ο λόγος που μαγειρεύω χαμογελώντας. Στην κουζίνα μου, δεν εκτυλίσσονται δράματα, μόνο νοσταλγικές και ενίοτε ρομαντικές κομεντί.  Απ’ όλα τα είδη του θεάτρου της απώλειας που έχω υπηρετήσει με πίστη ζηλωτή, αυτό της μαγειρικής μου κάνει σήμερα ως το υγιέστερο. Δεν είναι ότι σε συμφιλιώνει με την απώλεια των νεκρών είναι ότι σε οδηγεί αβίαστα στην παραδοχή ότι με τις απώλειες τους ζωντανούς θέλεις να βασανίσεις.

Σήμερα είναι Ψυχοσάββατο. Χαράματα Ψυχοσάββατου λοιπόν, βγήκα με τον καφέ στη βεράντα, ξυπόλητος αλλά τυλιγμένος με το παλτό μου. Μέχρι να σκάσει μύτη ο ήλιος στον Υμηττό και να παγώσουν εντελώς τα πόδια μου (είναι το προσωπικό μου χρονόμετρο αυτό) τους είχα θυμηθεί όλους και όλες. Έμεινα να σκέφτομαι αν θα φτιάξω κόλλυβα.  Στις 7.00 η Ν μου έστειλε ένα SMS: “Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί τα κόλλυβα που τρώμε έξω δεν είναι ποτέ τόσο νόστιμα όσο αυτά που φτιάχνουμε εμείς για τους δικούς μας πεθαμένους;”

Μπορώ, πώς δεν μπορώ. Ο λόγος που τα κόλλυβα για τους πεθαμένους είναι κατά πολύ νοστιμότερα από αυτά των εστιατορίων είναι γιατί στα πρώτα, το στάρι δεν μουσκεύεται στο νερό αλλά στα δάκρυα.

Στο μικρό, ιδιωτικό μου θέατρο της απώλειας δεν ανεβαίνουν πια δράματα μόνο προβάλλονται  νοσταλγικές κομεντί καθώς μαγειρεύω γαλοκτομπούρεκο, μουσακά, αρνάκι ψητό, ψάρι τηγανητό. Οπότε και ν’αποφάσιζα να φτιάξω κόλλυβα δεν θα μπορούσα. Μου έλειπε το βασικό υλικό. Άσε που πλέον, το έχω ρίξει στις φανουρόπιτες.

*Ερμής, Ευριδίκη, Ορφέας, γύρω στο 500 π.Χ Μουσείο Νάπολης.

Κόλλυβα

Ιστορία

Το όνομα προέρχεται από τη λέξη “κόλλυβος” που σήμαινε, αρχικά, τον κόκκο του σιταριού που χρησίμευε ως ειδικό μέτρο για το ζύγισμα του χρυσού, ύστερα αυτό το ίδιο το μικρού βάρους κομμάτι χρυσού και αργότερα ένα πολύ μικρό νόμισμα ισοδύναμο με το 1/4 του χαλκού καθώς και κάθε νόμισμα μικρής αξίας ή πολύ μικρό σε μέγεθος. Είναι συνώνυμο με το κέρμα γιαυτό εκείνοι που άλλαζαν μικρά νομίσματα σε μικρά, ονομάζονταν “κολλυβισταί”. “Κολλυβίζειν” ονομάζονταν το κέρδος από αυτή τη συναλλαγή.

Το έθιμο των κολλύβων έρχεται, βέβαα, από την αρχαία Ελλάδα, συνδέεται με τη λατρεία τη Δήμητρας και συμβόλιζε την Περσεφόνη-σιτάρι, σύμβολο της αθανασίας της ψυχής. Γιαυτό και το σιτάρι είναι και το σύμβολο της αιώνιας (το βλέπουμε αργότερα και στις παραβολές του Ιησού αλλά και στο λόγο του Παύλου).  Πέρα από το ότι κατά την κλασική περίοδο στην Αθήνα, συνήθιζαν να σπέρνουν στους τάφους στάρι, μια φορά το χρόνο προσέφεραν τη λεγόμενη “πανσπερμία” ή “πανκαρπία” ένα έδεσμα-μείγμα καρπών όλων των ειδών της εποχής. Σέρβιραν την πανσπερμία την Ημέρα των Χυτρών δηλαδή την τρίτη και τελευταία ημέρα της γιορτής των Ανθεστηρίων, στις 13 του μήνα Ανθεστηριώνα, κάτι σαν το σημερινό Ψυχοσάββατο.  Ανάλογο έθιμο είχαν και κατά τα μέσα Οκτωβρίου (τον Πανεψιώνα μήνα) όπου έβραζαν καλαμπόκι και στάρι στη μνήμη του Θησέα.

Μ’ενα πολύ ενδιαφέροντα τρόπο, στη χριστιανική εποχή, τα κόλλυβα διασώθηκαν με την αρχική τους σημασία με τη συνήθεια να μοιράζουν στις κηδείες μικρά νομίσματα, τις λεγόμενες “ελεημοσύναι υπέρ των προς Κυρίον εκδημησάντων”. Το αρχαίο έθιμο των κολλύβων εκχριστιανίστηκε με το περίφημο “Θαύμα των Κολλύβων” ή “Θαύμα του Αγίου Θεοδώρου” επί αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη, ένα θαύμα που συνδέετα, βέβαια,  με τον Άγιο Θεόδωρο που θυμίζω ότι γιορτάζει το τελευταίο Ψυχοσάββατο, δηλαδή σήμερα.

Συνταγή

Συνταγή για κόλλυβε έγραψε η φίλη μου η Σουμάδα η οποία το προσεγγίζει και εντελώς διαφορετικά με την έννοια ότι μας καλεί να απενοχοποιηθούμε ως προς την παρασκευή και την κατανάλωσή τους. Έχω διαφορετική γνώμη. Κόλλυβα χωρίς στάρι μουσκεμένο στα δάκρυα δεν θα είναι νόστιμο. Όμως έχω την ίδια συνταγή με τη Σουμάδα την οποία μπορείτε να διαβάσετε μαζί με το συμβολισμό για κάθε υλικό χωριστά στο ποστ στο μπλογκ της.

Image

Στη 1 το μεσημέρι η εργασία σταματούσε, μια καθαρή κόλλα δεσμιδόχαρτο στρωνόταν πάνω στο γραφείο κι εκεί αράδιαζε το κολατσιό του: ζυμωτό ψωμί από το Κριεκούκι, μαγειρευτό της γυναίκας του, ρετσίνα από την ταβέρνα του Φυτά στην οδό Αληθείας στην Κυψέλη. Σε μια πλεχτή νταμιτζάνα έφερνε νερό από την πηγή της Τσίας στον Κιθαιρώνα, όπου πήγαινε με το λεωφορείο κάθε Κυριακή για να προμηθευτεί το νερό της εβδομάδας. Αν χτυπούσε η πόρτα, θα έμπαινε ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιώργος Σαββίδης, ο Λίνος Πολίτης, η Άννα Σικελιανού, ο Κ.Θ. Δημαράς, ο Άγγελος Βλάχος. Θα μοιράζονταν τον μεζέ μαζί του, θα έπιναν το «καθαρό» νερό και μετά θα άκουγαν τις υποδείξεις και τις παρεμβάσεις του με απόλυτο σεβασμό. Και ευγνωμοσύνη. 

 

H Τζούλια Τσιακίρη, γράφει για τον θρύλο των εκδόσεων Παναγιώτη Μέρμηκα, με αφορμή τα 70 χρόνια των Εκδόσεων “Ίκαρος”.