unnamed

Κάθε που διαβάζω  ειδήσεις, σκέφτομαι  πως εαν οι παρεξηγήσεις προκαλούνται βασικώς εξαιτίας της διαφορετικής σχέσης που έχουν τα υποκείμενα με τις χρήσεις των λέξεων, τις  ρήξεις τις προκαλούν οι ευφημισμοί και κάθε σχετική απόπειρα αντιστροφής των νοημάτων τους. Από την εποχή που σάρκαζαν αυτούς που βάφτιζαν το κρέας-ψάρι μέχρι σήμερα που φαίνεται πως ανεχόμαστε να βαφτίζουν  το “μνημόνιο”, “συμφωνία”, η πρακτική αργά ή γρήγορα καταλήγει σε ρήξη μεταξύ πομπού και δεκτη. Δεν ειναι τυχαίο που στη διαφήμιση οι ευφημισμοί χρησιμοποιούνται μόνο σ ενα ξεκαθαρο context χιουμορ, ως σχήματα καθ’υπερβολήν, δηλαδή.

Ας μην γελιόμαστε. Ο ευφημισμός δηλώνει βασικώς κακή πρόθεση.

Βέβαια, για να είμαστε και δίκαιοι, αυτό που σήμερα χαρακτηρίζει την πολιτική στη γαστρονομία το ζούμε χρόνια. Θυμάμαι ακόμα το βράδυ που σε κατάλογο εστιατορίου είδα το  “καρπάτσιο κουνουπιδιού” για να προσγειωθεί, τελικά, μπροστά μου ένα πιάτο με ωμά ανθάκια κουνουπιδιού με λάδι. Και είναι αυτά τα τερτίπια ακριβώς που αποξενωνουν απο την υψηλή κουζίνα το ευρύ κοινό και κάνουν τη γαστρονομία αντικείμενο σάτιρας όπως ακριβώς η περίσσεια των υλικών και των αρτυμάτων στις συνταγές των οικιακών μαγείρων στα μπλογκ και στα διάφορα σάιτ δημιουργεί περίσκεψη για το φαινόμενο.

Τί να κάνουμε τώρα. Η κυριολεξία και στη μαγειρική έχει την αξία της.

Βέβαια, στη γαστρονομία ο ευφημισμός δεν δηλώνει πάντα την πρόθεση να σερβιριστεί το φύκι ως μεταξωτή κορδέλλα. Συχνά λειτουργεί ως πρόσκληση σε μια μαγειρική ή γευστική περιπέτεια, ως ένα κλείσιμο του ματιού σε μια αταξία. Θυμήθηκα προ ημερών μια τέτοια περίπτωση και είπα να τη μαγειρέψω και το αποτέλεσμα ήταν ότι είδα εμβρόντητος το υπέρκομψο άτομο για το οποίο μαγείρευα να σηκώνει το πιάτο για να το γλύψει (!) ενώ, βέβαια, ο σκύλος μου τον κοίταζε έξαλλος.

Και όλο αυτό το έκανε ένας εξώφθαλμος ευφημισμός. Για την ακρίβεια, το προκάλεσε η συνταγή του αγαπημένου σεφ του πολιτικού που ως δεινός ρήτορας παρέσυρε τα πλήθη χρησιμοποιώντας κυρίως το σχήμα της κυριολεξίας και όχι του ευφημισμού.

Δεν είναι τυχαίο που ο Dan Barber είναι ο αγαπημένος chef του Barack Obama. Είναι ο άνθρωπος που με τις γνώσεις του για τα υλικά, τους τρόπους αλλά και για τα περιβάλλοντα πήγε τη συζήτηση για την τροφή ένα βήμα παρακάτω: από τη βιωσιμότητα μας έβαλε στη διαδικασία  να μιλάμε για το relevance. Πιθανώς να τον έχετε δει σε κάποιο TED ή οι πιο ψαγμένοι και ενημερωμένοι να έχετε διαβάσει το φοβερό του βιβλίο, το “Τρίτο Πιάτο”, όπως λέμε ο Τρίτος Δρόμος. Ακόμα πιο πολύ όμως μάλλον θα έχετε δει τη συνταγή που προτείνω τώρα και είχε κάνει τον “χαμό” στα φόρουμ του Bon Appétit την ωραία εποχή που άρχιζε μόλις να λάμπει το άστρο Ομπάμα.

Κυκλοφορούν αρκετές εκδοχές της αρχικής (αυτή που γράφω εδώ αλλά προσαρμοσμένη στα ελληνικά υλικά) αλλά οι περισσότερες χαρακτηρίζονται από μια σαχλαμαροειδή φλυαρία ίδιον κάθε εφηβικής καθήλωσης που μου δίνει στα νεύρα να το πούμε κι αυτό.
Θα την κάνετε όπως τη γράφω και θα με θυμηθείτε ακόμα και οι πιο σκεπτικιστές.  Προχθές την έφτιαξα στη χορτοφαγική βερσιόν όπως μου την πρότεινε η φίλη μου Baker Girl.
“Παναθηναϊκός, φιλελεύθερος και χορτοφάγος”, γρύλλισε το κομψό individual αλλά όχι. Ο Αθήναιος δεν μπορεί να δηλώσει κάτι τέτοιο.

Θυμίζω ότι το μπλογκ εξαίρει τη μαγειρική του μανουλιού και όχι της μανούλας γιαυτό και οι συνταγές μου είναι για δύο άτομα βασικώς και πολλαπλασιάζονται στο ακέραιο.
Επίσης επειδή εμείς εδώ εκτός από φιλελεύθεροι και Παναθηναϊκοί είμαστε βασικώς Προτεστάντες, δεν μετράμε υλικά “με το μάτι”, με το “χούφτα” ή το “φρύδι” ή δεν ξερω γω τί άλλο πιο γραφικό κι από τη Σαντορίνη. Μετράμε με δοσομετρικά κουτάλια και φλιτζάνια.

.

Φιλέτα κουνουπιδιού με σάλτσα από τ’ανθάκια του.

Υλικά.

1 κουνουπίδι μέτριο (δλδ κοντά στο 1 κιλό)

1 1/2 φλιτζάνι νερό.

1 φλ. γάλα πλήρες

Εναλλακτικά αντικαθιστούμε τα υγρά με ανάλογη ποσότητα γάλακτος από αμύγδαλο.

2 κουταλιά λάδι και λίγο ακόμα για το ταψί.

  1. Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 180ο C. Μ’ενα κοφτερό μαχαίρι (του σεφ) κι από το κέντρο της κεφαλής του κουνουπιδιού μέχρι και το κοτσάνι του, κόβουμε (κάθετα) δυο παχιά “φιλέτα”.
  2. Από το υπόλοιπο κουνουπίδι κόβουμε ανθάκια τόσα ώστε να γεμίσουν 3 φλιτζάνια τα οποία στη συνέχεια βάζουμε με τα υγρά και λίγο (λίγο ΛΕΜΕ) αλάτι σ’ενα κατσαρολάκι να βράσουν μέχρι να μαλακώσουν. Στραγγίζουμε και κρατάμε από το υγρό στο οποίο έβρασαν ένα γεμάτο φλιτζάνι.
  3. Βάζουμε τα βρασμένα στο γάλα ανθάκια στο μπλέντερ και τους δίνουμε και καταλαβαίνουν. Προσθέτουμε το υγρό που κρατήσαμε από το βράσιμο σιγά-σιγά. Όλα εξαρτώνται από το πόσο υδαρή θέλουμε τη σάλτσα. Εμένα οι σάλτσες μου αρέσουν να κρατάνε λίγο για να μην τις κυνηγάμε στο πιάτο.
  4. Σενα τηγάνι ζεσταίνουμε το λάθι και “τηγανίζουμε” τα “φιλέτα” του κουνουπιδιού μέχρι να πάρουν ένα χρώμα. Εδώ τώρα έχουμε θέμα. Η συνταγή απαιτεί δέκα λεπτά. Στη δική μου κουζίνα χρειάζομαι 15′ για να πάρουν ένα αξιοπρεπές χρώμα. Το θέλουμε το χρώμα! Φιλέτα μαγειρεύουμε! *χαμογελάκι*.
  5. Αφαιρούμε προσεκτικά για να μην “σπάσουν” τα φιλέτα από το τηγάνι και τα βαζουμε στο φούρνο που έχουμε προθερμάνει. Τα ψήνουμε για κανα εικοσάλεπτο.
    Έτοιμα! Σερβίρουμε με τη σάλτσα-πουρέ όπως το βλεπετε στη φωτογραφία.

Επειδή είμαι φαν της αφαίρεσης στα υλικά αλλά της εμμονικής εφαρμογής της τεχνικής το συγκεκριμένο το σερβίρω σε ζεστά πιάτα. Δλδ πιάτα που έχω βουτήξει στο ζεστό νερό και μετά τα έχω σκουπίσει προσεκτικά χωρίς να καώ.

Advertisements