logos17-01-e1489419849964.jpg

Έχουν περάσει ακριβώς δέκα χρόνια από τότε που έγραψα για πρώτη φορά για κάποια μεγάλη οινική έκθεση. Ήταν το 2007, στον Αθήναιο ΙΙ και για τα “Διονύσια” εκείνης της χρονιάς. Μάλιστα, θυμάμαι πως σχεδόν όλη η έκθεση, άλλοι με καλωσύνη και άλλοι με ανασηκωμένο το αριστερό φρύδι, εύχονταν στον Ντίνο Στεργίδη και σε μένα κάθε επιτυχία στο φιλελεύθερο κόμμα που είχαμε ιδρύσει λίγες μέρες πριν ξεκινήσει η έκθεση. Τα έχουμε κάνει κι αυτά, ναι.

Από τότε έχω γράψει αρκετά κείμενα για την κουλτούρα του κρασιού, έχω επισκεφθεί οινικές εκθέσεις με τη ματιά του γραφιά, έχω εργαστεί και στο branding νέων ετικέτων αλλά και στην επικοινωνία εκθέσεων (του Οινοράματος, συγκεκριμένα) και βέβαια παραμένω φανατικός καταναλωτής κρασιού, δηλαδή, αγοράζω κρασί από την τσέπη μου για να γεμίζω τον συμπαθητικό συντηρητή που διατηρώ στην κουζίνα μου.

Το “Οινόραμα” δεν είναι η αγαπημένη μου οινική έκθεση γιατί μαζεύει κόσμο αλλά την ίδια στιγμή αυτός είναι και ο λόγος που την επισκέπτομαι: για να δω φίλους οινοποιούς, οινόφιλους, δημοσιογράφους, όλο αυτό το ωραίο community του κρασιού. Επίσης, τα τελευταία χρόνια στο “Οινόραμα” υπάρχει η “Πλατεία Γευσιγνωσίας” όπου οι έχοντες premium διαπίστευση δοκιμάζουν 250 επιλεγμένα από τους ίδιους τους παραγωγούς κρασιά, μόνοι, με την ησυχία τους κι εκει βέβαια μπορείς να βγάλεις τα συμπεράσματά σου. Σ’αυτό προσθέστε και το νέο κομμάτι της έκθεσης, τις “Οινικές Αποκαλύψεις” και μαζεύονται αρκετοί λόγοι να επισκεφθείς το “Οινόραμα”.

Από το 2007 μέχρι σήμερα μιλάμε, βέβαια, για μια άλλη χώρα. Ο ελληνικός αμπελώνας ακολούθησε κι αυτός την ελληνική κρίση κι εαν προσθέσουμε σ’αυτή την πραγματικότητα τις μόνιμες κακοδαιμονίες όπως είναι η μικρή αγορά και όλες οι συμπεριφορές του κακού χωριού που τη συνοδεύουν, είδα το πλοίο να κλυδωνίζεται στα σοβαρά. Οινοποιεία άλλαξαν χέρια, ακούσαμε ιστορίες για κρασί που έμεινε στις δεξαμενές γιατί ο οινοποιός δεν είχε χρήματα ν’αγοράσει φελλούς για εμφιάλωση και μαζί όλη η μυθολογία των ελληνικών εξαγωγών για την οποία θα μιλήσουμε άλλη φορά.

Φέτος όμως, έφυγα από το Ζάππειο με μια αίσθηση (συγκρατημένης) αισιοδοξίας και με την εντύπωση ότι ο ελληνικός αμπελώνας έχει αρχίσει να ενηλικιώνεται.
Καταρχάς, branding wise. Η εικόνα των ετικετών έχει βελτιωθεί δραματικά και τα επικολυρικά στην ονοματολογία των οίνων τείνουν να εκλείψουν. Έπειτα, φαίνεται πως οι οίνοι προσπαθούν να παρακολουθήσουν την αγορά, έστω και με τον ελληνικό, συχνά χοντροκομμένο τρόπο. Για παράδειγμα, μέτρησα τουλάχιστον 12 ροζέ ετικέτες αξιώσεων (όλα τα ελληνικά ροζέ, βέβαια, εν μία νυκτί έγιναν salmon pink, θ’αρχίσουμε να νοσταλγούμε τα κοκκινέλια…), στη Μαλαγουζιά υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός ενω σημαντικά κρασιά (να μου επιτραπεί η άποψη, την οποία εκφέρω και με σεμνότητα, ότι το ελληνικό terroir μπορεί να δώσει σημαντικά αλλά όχι μεγάλα κρασιά) δίνουν για την ώρα το Ασύρτικο (Σαντορίνη) και το Ξινόμαυρο.

Τα τελευταία χρόνια παρακολουθώ συστηματικά την πορεία της οινοποίησης των γηγενών ποικιλιών. Κάποιες προσπάθειες έχουν αρχίσει ν’αποδίδουν καρπούς. Θαυμάζω ιδιαίτερα τους οινοποιούς που επενδύουν σε τόσο ιδιοσυγκρασιακές ποικιλίες.

Συνηθίζω να λέω ότι στην Ελλάδα το μόνο με το οποίο αξίζει, κανείς, ν’ασχολείται είναι με τα αρχαία και με ό,τι σχετίζεται με τον ήλιο και τη θάλασσα. Οι γενναίοι παραγωγοί που οινοποιούν, πεισματικά, τις ελληνικές ποικιλίες μου δίνουν κάθε φορά από την αρχή, το μαθηματάκι μου.

Και του χρόνου.

 Αθήναιος

Advertisements